Οι παλιές αγάπες, λέει ένα τραγούδι των Πυξ-Λαξ, πάνε στον παράδεισο, οι μεγάλες όμως... δεν πεθαίνουν ποτέ Κ.

28.11.06

ΣΑΒΒΑΤΙΑΝΟ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ.

Αν είχε ο πόνος πρόσωπο,
κι ο χάροντας κονάκι, K.
θ'άβγαινα μόνος παγανιά,
να τους προφτάσω στη γωνιά
Παρασκευή,Παρασκευή βραδάκι.

Χτυπάει ο Χάρος σάββατο,
κι ο πόνος,κάθε μέρα,
κι απ'του σαββάτου τη βραδιά, R.
η κάθε μέρα που περνά,
ειν'στο κορμί μια μαχαιριά,
και στην καρδιά μια σφαίρα.

Χάρε,αν έχεις τσαγανό,
ελα να εξηγηθούμε,
τι μού'χεις πάρει απ'τη ζωή, K.
παρε μολύβι και χαρτί,
για να λογαριαστούμε.

R.

Σαββατιανό ζειμπέκικο,
με την καρδιά κομμάτια,
στην ερημιά κάθε στροφής, Κ.
κάποιον γυρεύεις για να δείς,
με βουρκωμένα μάτια.

R.

Aθήνα 08 05 99 .- Κ.

ΔΙΠΡΟΣΩΠΗ.

Είσαι διπρόσωπη, το βλέπω καθαρά,
σκέφτεσαι άλλα, άλλα λες και άλλα κάνεις,
εισαι διπρόσωπη αγάπη μου γλυκειά,
μα δεν μπορείς, οσο κι αν θες, να με τρελλάνεις.

Αν θέλεις νάμαστε μαζί, κοίτα ν'αλλάξεις τακτική,
να μου ξηγιέσαι πάντα ντόμπρα και στα ίσια,
αλλοιώς, αγάπη μου γλυκειά, τραβάω εγω για Πειραιά
και τράβα συ, ολοταχώς, για τα Πατήσια.

Μ'έχεις γεμίσει πια με ψέμματα σωρό,
πας για Ζωγράφου και σε βλέπουν στο Γαλάτσι,
καβάντζα μ'έχεις βρε, παμπόνηρο, μικρό,
διπλοπενιά το παίζεις κι'ότι θέλει ας κάτσει. Κ.-

23.11.06

ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΤΟΥ ΜΑΗ.

Του Μάη τ'αστέρι άργησε,
σημάδι να μας δόσει,
κι'ο πόνος μας συνάντησε,
λίγο πριν ξημερώσει.

Κάνε καρδιά μου υπομονή,
αύριο ειν'άλλη μέρα,
θα λάμψει ο ήλιος το πρωί
θα έχει γάλα το παιδί,
χαμόγελο η μητέρα.

Ήρθαμε μόνοι στη ζωή,
και ζήσαμε μονάχοι,
χαμένοι μεσοπέλαγα,
σαν ξεχασμένοι βράχοι.- Κ.

21.11.06

Ν Ο Σ Τ Ο Σ....

Θ' αφήσω αυτή την πόλη που με πνίγει, οριστικά,
στον τόπο που γεννήθηκα, θε να ξαναγυρίσω,
δεν έχει αξία,νικητής η νικημένος, τώρα πια,
αφου δεν έχω τίποτ'άλλο ,απ τη ζωή μου,να ζητήσω.

20.11.06

ΤΑ ΚΙΤΡΙΝΑ ...ΚΕΛΙΑ.

Τρεις το πρωί,στο λόφο Σκουζέ,
πέντε και κάτι πίνεις καφέ,
στη Δραπετσώνα,
καυμούς και πίκρες κουβαλάς ,
και τα 'ονειρά σου ξεπουλάς,
για μια διπλή,νυχτερινή,
στον Μαραθώνα.

Ειν η ζωή σου μια ποινή
σ'ένα τετράτροχο κελί,
μια τιμωρία,
ενα τσιγάρο,ένα φιλί,
μια κοντινή διαδρομή,
Ηράκλειο Νέα Ιωνία.

Οι αγάπες σου προσωρινές,
δεν έχουν αύριο,ούτε χθες
βιβλία άδεια,
λίγες ανάσες βιαστικές ,
λίγες χαρούμενες στιγμές,
όσο κρατάει,μόνο,μια βάρδια.

Στα ζάρια παίζεις τη ζωή,
κι οι βάρδιες σου,βράδυ-πρωί
ταινίες τρόμου,
στις άδειες πιάτσες τριγυρνάς,
και μέρα νύχτα κυνηγάς΄
το μεροκάματο του..δρόμου.

Πάντα αγναντεύεις τη ζωή
από την πιο ψηλή κορφή,
χαμένος κόπος,
για τα όνειρά σου τα πολλά,
και την καλή σου την καρδιά,
ξένος ειναι αυτός ο τόπος. - Κ.

Ν Ο Σ Τ Α Λ Γ Ι Α......

Σου γράφω αυτό το γράμμα,Δεκέμβρη στις εφτά,
πάνε δυο χρόνια ,τώρα,πού'σαι στην ξενητειά.
Μαντάτα δεν μας στέλνεις,πως ζεις και πως περνάς,
αν μόνος σου κοιμάσαι ,κι εμένα νε θυμάσαι,
η άλλην αγαπάς,
πως ζεις και πως περνάς, κι εμένα αγαπάς.

Στη γειτονιά ρωτάνε,οι φίλοι κι οι γνωστοί,
πότε θα 'ρθείς κοντά μας,να κάνουμε γιορτή.
Παντρεύτηκε ο Λευτέρης,έχει και δυο παιδιά,
κι η Χριστινιώ σου στέλνει,κρυφά,χίλια φιλιά
ειν αρραβωνιασμένη,
μα εσένα αγαπά,στέλνει,κρυφά,φιλιά.

Χιόνισε χθες το βράδυ,Θεέ μου ..τι ομορφιά,
ξύπνησε το χωριό μας,ντυμένο στα λευκά,
να 'ρχόσουνα τη νύχτα,στ'όνειρο απαλά,
τις παιδικές μας μνήμες,να ζήσουμε ξανά
να 'ρχόσουνα το βράδυ,
στ'όνειρο απαλά,έστω για μια βραδιά.

Χάσαμε και μια φίλη,προχθές το βράδυ,αργά
έφυγ'η Κατερίνα ,η φίλη μας η παλιά.
Κάθε χρόνο στη γιορτή σου,σούφτιαχνε τα γλυκά
με το χαμογελό της και την χρυσή καρδιά,
τις Κυριακές ν'ανάβεις κερί στην εκκλησιά,
να τη θυμάσαι πάντα,
τη φίλη την παλιά,με τη χρυσή καρδιά.

Σε λίγο ξημερώνει,χαράζει Κυριακή,
τα μάτια μου βουρκώσαν,μούσκεψε τοχαρτί,
αχ..νά'σουνα κοντά μας,τούτη την Κυριακή,
λίγη χαρα να δώσεις στην άδεια μας ζωή,
έστω για μια στιγμή,
ετούτη την Κυριακή,έστω για μια στιγμή. - Κ.

( Νοσταλγικό βαλσάκι )

18.11.06

ΑΤΥΧΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΟ...

Σημαίνει,πένθιμα,η καμπάνα τ' αγι'Αντώνη,
πάγωσε απ'άκρη σ'άκρη Περιστέρι,Κολωνός,
χάθηκε,λέει,στη φάμπρικα ο Κοσμάς του μπάρμπα Χρόνη,
0 μερακλής, ομεγαλύτερος ο γιός.

Ατύχημα εργατικό,
το λένε πιά το φονικό,
οποιος πληρώνει,σε σκοτώνει,
κι'έτσι η ζωή σου,απλά,τελειώνει.

Ερμο πουλί της προσφυγιάς,ο μπάρμπα Χρόνης,
κι από παιδί,στη βιοπάλη ο Κοσμάς,
πικρό ψωμί ολημερίς,στο μεροκάματο να τρως
και το νεράκι,λιγοστό όταν διψάς.

Ατύχημα εργατικό,
Θεέ μου συγχώρεστο κι αυτό,
έξω νυχτώνει,πέφτει σκοτάδι,
σώθηκε του Κοσμά το λάδι.

Τέσσερα στόματα προσμέναν τον Κοσμά,
και μια γιαγιά,κατάκοιτη,στο παραγώνι,
μάτια θλιμμένα,παιδικά,να σε κοιτάζουνε βουβά,
και κάθε βλέμμα τους,βαθειά,να σε πληγώνει.

Ατύχημα εργατικό,
έκλεισε κι άλλο σπιτικό,
έξω χιονίζει και νυχτώνει,
το λάδι του Κοσμά τελειώνει.....- Κ.