Οι παλιές αγάπες, λέει ένα τραγούδι των Πυξ-Λαξ, πάνε στον παράδεισο, οι μεγάλες όμως... δεν πεθαίνουν ποτέ Κ.

24.1.07

ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ.

Ήταν τα μάτια του λαμπρά,
το πρόσωπό του όμορφο,
το στόμα του δεν ήτανε
σαν ένας καταρράχτης
που τρέχουν όλα τα νερά,
απ'όλα τα ποτάμια.

Το σώμα του ήτανε ψηλό,
λεπτό ,γεροδεμένο
και τα μεγάλα πόδια του,
στέκονταν σαν κολόνες,
δύναμη είχε λιονταριού
και τη σοφία της γλαύκας,
καιτην ψυχή του Ελληνα ,
είχε μέσα στα στήθια.

Αλλ’όταν έμπαινε ο εχθρός
μέσα στο σπιτικό του
σπαθί και βέλη μίλαγαν,
με τη φωνή του Χάρου,
φύγε εχθρέ απ’τη ζωή,
τη δύστυχη,τη μαύρη,
ο γίγαντας εθύμωσε,
θέλει σε μακελέψει.
Ολημερίς γυμνάζονταν,
το βράδυ καραούλι,
εχθρός να μην περάσει πια
στην αυτοκρατορία.
Ξέρει σπαθί χειρίζεται,
ξέρει και κολυμπάει,
ξέρει πηδάει τα βουνά
ξέρει και τα σηκώνει,
ξέρει καικάθε στόχο του
με βέλη να χτυπάει.
Αγάπαε τη γυναίκα του,
την όμορφη κυρά του
αρχόντισσα στο σπιτικό,
μα και στην καρδιά του .
Μα όταν μονομάχησε
στα μαρμαρένια αλώνια,
ο Χάρος τον εχάλασε,
τον Διγενή Ακρίτα
τον μέγιστο και τον σοφό,
τον έξυπνο και τον τρανό
και μεσ’τον κάτω κόσμο
τον έκλεισε βαθειά.-


Χάρης Κ. Καψάλης
Γ΄ Δημ.Σχολείο Αθηνών
Τάξη ΣΤ ΄
Αθήνα 4 – 3 -2002.

Δεν υπάρχουν σχόλια: